
Κάστρο ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἡ Ὑπαπαντὴ ἀγκαλιάζει τὴν ψυχὴ μὲ δέος. Βιώνουμε μιὰ στιγμὴ αἰώνια, ὅπου τὸ θεῖο βρέφος, ζωὴ στὴν ἔρημο τῆς ἀνθρωπότητας, συναντᾶ τὸν Συμεῶν, ποὺ ἡ καρδιά του φλέγεται ἀπὸ ἐλπίδα.
Ὡσὰν λαμπρὸ φέγγος ποὺ σχίζει τὴ νύχτα, ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς ἀποκαλύπτει τὴν ἀχτίδα αἰσιοδοξίας μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ἀπαισιοδοξίας. Ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος, ἀγκαλιασμένος ἀπὸ τὸν Συμεών, γίνεται πυξίδα ποὺ δείχνει τὸν δρόμο στοὺς ἀβέβαιους, μιὰ σιωπηλὴ κραυγὴ ποὺ ἀντηχεῖ στὴν αἰωνιότητα, κῦμα ποὺ σκάει στὴν ἀκτὴ καὶ διαλύει τὰ μυστικὰ τοῦ βυθοῦ. Μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλότητα τῆς εἰκόνας, ἀναδύεται ἡ μεγαλοσύνη τοῦ μυστηρίου. Ὁ Χριστός, ἡ πηγὴ τοῦ φωτός, παρουσιάζεται ὡς ἕνα ἁπλὸ βρέφος, ἀδύναμο καὶ τρωτό, σὰν τὸν σπόρο ποὺ κρύβει μέσα του τὸ δέντρο. Κι ὅμως, μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀδυναμία κρύβεται ἡ δύναμη, ποὺ θὰ ἀνατρέψει τὴν παλιὰ τάξη πραγμάτων, ποὺ θὰ φέρει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀναγέννηση.
Ἡ Ὑπαπαντὴ γίνεται σύμβολο τῆς θείας συγκατάβασης, τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, μιᾶς ἀγάπης ποὺ θυσιάζεται γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Στὰ μάτια τοῦ Συμεών, καθρεφτίζεται ἡ πίστη καὶ ἡ προσμονὴ ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. “Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ” (Λούκ. 2, 29), ἀναφωνεῖ ὁ γέροντας, ἀναγνωρίζοντας στὸ πρόσωπο τοῦ βρέφους τὸν Μεσσία, τὸν λυτρωτὴ τοῦ κόσμου. Ἡ φωνή του, γεμάτη συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη, γίνεται ἡ φωνὴ ὅλων ὅσοι ἀναζητοῦν αὐτὸ ποὺ κρύβεται μέσα τους, ὅλων ὅσοι διψοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἡ Ὑπαπαντὴ εἶναι μιὰ πρόσκληση γιὰ ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση, γιὰ πνευματικὴ ἀφύπνιση. Ἐγερτήριο μετὰ ἀπὸ ἀπατηλὸ ὄνειρο. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀνοίξουμε τὶς καρδιές μας στὴ λάμψη τῆς θείας χάριτος, νὰ ἀφήσουμε πίσω μας τὶς ἀνησυχίες καὶ τὶς ἀμφιβολίες. Ἀόρατη γέφυρα ποὺ ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γῆ, μᾶς ὁδηγεῖ στὸν δρόμο τῆς ἀλήθειας, τῆς ἀγάπης, τῆς σωτηρίας.
Στὸ ἡμίφως τοῦ Ναοῦ, ὅπου οἱ ψίθυροι τῶν προσευχῶν συναντοῦν τὴν ἱερὴ σιωπή, ὁ γέροντας Συμεών, μὲ τὴν καρδιά του γεμάτη προσμονή, ἀγκαλιάζει τὸ θεῖο βρέφος. Ἡ εἰκόνα αὐτή, ἱερὴ καὶ συνάμα συγκινητική, κρύβει μέσα της τὸ βαθὺ νόημα τῆς χριστιανικῆς πίστης: τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, τὴν βεβαιότητα τῆς θείας παρουσίας, τὴν ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Θεοδόχος Συμεών, ἄνθρωπος δίκαιος καὶ εὐλαβής, καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀναγνωρίζει στὸ πρόσωπο τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ τὸν Μεσσία, τὸν ἀναμενόμενο Λυτρωτή. Ἡ μακρὰ ἀναμονή του, χρόνια γεμᾶτα πίστη καὶ ἐλπίδα, φτάνει στὸ τέλος της. Ὡς ἄνθος ἐαρινὸν ποὺ ξαφνικὰ ἐκπτύσσεται, ἡ ψυχή του γεμίζει χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Τὰ λόγια τοῦ Συμεών, ποὺ ἀντηχοῦν ἀκόμη καὶ σήμερα μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες, μαρτυροῦν τὴν πίστη του καὶ τὴν πεποίθηση, ὅτι ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ θὰ φέρει φῶς καὶ σωτηρία σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Σὰν ταπεινὸς φύλακας ποὺ παραδίδει τὰ κλειδιά του, εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀφήσει τὸν κόσμο αὐτό, ἔχοντας δεῖ τὸ “σωτήριον” τοῦ Θεοῦ.
Ἡ προφητική του ματιὰ διαπερνᾶ τὰ τείχη τοῦ μέλλοντος. Βλέπει τὸν πόνο, τὴν θυσία, τὸν σταυρό. Προφητεύει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ γίνει “σημεῖον ἀντιλεγόμενον” (Λούκ. 2, 34) καὶ ὅτι μιὰ “ρομφαία” (Λούκ. 2, 35) θὰ διαπεράσει τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας. Σὰν τραγικὸς Ἕλληνας ποιητής, ὁ Δίκαιος Συμεών τραγουδᾶ τὴ λύτρωση καὶ τὸν πόνο, τὴ δόξα καὶ τὴ θυσία. Ὁ Χριστός, τὸ φῶς τοῦ κόσμου, θὰ γίνει αἰτία διχασμοῦ, πηγὴ πόνου καὶ ὀδύνης. Κι ὅμως, μέσα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν θυσία, θὰ ἀναδυθεῖ ἡ δόξα τῆς Ἀνάστασης, ἡ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος στὸ ἔργο του “Περὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου” ἐπισημαίνει: “Τοίνυν τὰς τῆς ἐνανθρωπήσεως τῆς ἐμῆς αἰτίας μαθὼν, ἄπιθι”. Μὲ αὐτὰ τὰ λιτὰ λόγια, ὁ μεγάλος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὑπογραμμίζει τὴ σημασία τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Λόγου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο φέρνει τὸ μήνυμα τῆς λύτρωσης καὶ τῆς ἀνανέωσης, τῆς ἀλλαγῆς ποὺ ὅλοι προσμένανε.[1] Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, καλεῖται νὰ γνωρίσει τὸν Δημιουργό του, νὰ ζήσει κοντά Του, νὰ βρεῖ τὴν ἀληθινή του ταυτότητα.
Ὁ Συμεών μίλησε καθαρά. Ἡ πίστη δὲν εἶναι μόνο χαρά ἀλλὰ καὶ πόνος… Ὁ ἴδιος δέχτηκε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλες τὶς συνέπειές του, ἐμεῖς στεκόμαστε φοβισμένοι. Ἀδύναμοι. Ἔτσι δὲν νιώθουμε μπροστὰ στὸν πόνο; Καὶ ἐκεῖ ποὺ βλέπουμε τὶς χαραμάδες στὸ πάτωμα, ὁ Χριστὸς μέσα μας ἀλλάζει τὰ πάντα. Καὶ ξάφνου, ὀρθώνουμε τὸ ἀνάστημά μας καὶ προχωρᾶμε μὲ δύναμη καὶ πίστη. Σὰν ἕνα κρυμμένο διαμάντι ποὺ περιμένει νὰ ἀνακαλυφθεῖ, ἡ πίστη μας δοκιμάζεται γιὰ νὰ ἀστράψει. Ἡ πορεία πρὸς τὴν σωτηρία εἶναι γεμάτη δυσκολίες καὶ πειρασμούς, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, ἡ ψυχή μας δυναμώνει.
Στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ Ναοῦ, μιὰ γυναῖκα ξεχωρίζει: ἡ Ἄννα ἡ προφήτιδα. Σὰν μιὰ σιωπηλὴ σκιὰ ποὺ κινεῖται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ἡ Ἄννα, μὲ τὴν ψυχή της πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, γίνεται μάρτυρας τῆς θείας ἐνανθρώπησης. Προχωρημένη σὲ ἡλικία καὶ χήρα γιὰ 87 χρόνια, εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή της στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Νήστευε, προσευχόταν καὶ δοξολογοῦσε τὸν Κύριο μέρα καὶ νύχτα, ζῶντας σὲ μιὰ διαρκῆ κατάσταση πνευματικῆς ἐγρήγορσης. Σὰν ἀγριολούλουδο ποὺ ἀνθίζει στὴν ἔρημο, ἡ πίστη της ἄνθιζε μέσα στὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς.
Ὅταν λοιπὸν ἀντικρίζει τὸ θεῖο βρέφος στὰ χέρια τοῦ Συμεών, ἡ Ἄννα γεμίζει χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Ἀναγνωρίζει στὸν Ἰησοῦ τὸν Μεσσία ποὺ περίμενε μὲ τόση ἀγωνία. Ἔχοντας ἀντικρύσει τὸ θεῖο βρέφος, βρίσκει τὴν ἀπέραντη γαλήνη ποὺ λαχταροῦσε.
Καὶ τότε, ἡ προφήτιδα γίνεται κήρυκας τῆς θείας ἀλήθειας. Μὲ ζωηρὸ ἐνθουσιασμό, ἀναγγέλλει σὲ ὅλους τοὺς παρευρισκομένους τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, διακηρύσσοντας μὲ θάρρος τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Ὡς φλεγόμενος δαυλὸς στὸ ἔρεβος, ἡ μαρτυρία της φωτίζει τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν, ὁδηγῶντας τους στὸ δρόμο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἐλπίδας.
Ἡ Ἄννα, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴν μαρτυρία της, γίνεται παράδειγμα πίστης καὶ ἀφοσίωσης στὸν Θεό. Σὰν κερὶ ποὺ λιώνει μπροστὰ στὴν ἱερὴ φλόγα, κουβαλοῦσε μέσα της τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας, τὴν προσμονὴ τῆς λύτρωσης. Κι ὅταν ἐπί τέλους συνάντησε τὸν Χριστό, ἡ ψυχή της πλημμύρησε ἀπὸ εὐτυχία. Ποταμὸς ποὺ χύνει τὰ νερά του στὴ θάλασσα ἡ πίστη της, ὅρμησε στὸ πέλαγος τοῦ Θεοῦ, ἀφήνοντας πίσω της ὅλα τὰ ἄλλα.
Ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς, ποίημα ζωῆς στὴν ἄβυσσο τῆς ψυχῆς μας. Μιὰ συνάντηση μὲ τὸ ἄγνωστο, τὸ θεῖο βρέφος, μιὰ σπίθα ποὺ τρεμοσβήνει στὰ σκοτάδια μας. Ὁ Συμεών, μιὰ φιγούρα τραγική, ψιθυρίζει προφητεῖες σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ἀμφιταλαντεύεται. Ἡ Ἄννα, μὲ μάτια πληγωμένα ἀπ’ τὸ χρόνο, ἀγγίζει τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Ἡ Παναγία, ὑπάκουη, ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ.
Κάθε μέρα ποὺ ἀνατέλλει, μιὰ νέα πρόκληση. Ἀνοίγουμε τὶς καρδιές μας στὴν ἐλπίδα, παραδινόμαστε στὸν ἀγῶνα. Κήρυκες μιᾶς νέας ἀρχῆς, μιᾶς ἀρχῆς ποὺ γεννιέται μέσα ἀπὸ τὰ ἐρείπια.
[1] Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τὰ εὑρισκόμενα πάντα, ἐπιμ. Bernard de Montfaucon, Patrologia Graeca, τόμ. 28 (Παρίσι: J.-P. Migne, 1857), 989.
