Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    κίνηση τῶν λογισμῶν στὸν ἄνθρωπο σὲ τέσσερις αἰτίες ὀφείλεται. Πρώτη αἰτία εἶναι τὸ φυσικὸ θέλημα τοῦ σώματος (τῆς σάρκας). Δεύτερη εἶναι ἡ φαντασία ποὺ προκαλοῦν τὰ αἰσθητὰ πράγματα τοῦ κόσμου, ποὺ ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε. Τρίτη εἶναι οἱ ἐμπειρίες ποὺ εἴχαμε στὴν ζωή μας καὶ τὰ παραστρατήματα τῆς ψυχῆς, ποὺ τριγυρίζουν στὸ νοῦ μας, καὶ τέταρτη, οἱ προσβολὲς τῶν δαιμόνων, ποὺ ἐκμεταλλεύονται τὶς παραπάνω τρεῖς αἰτίες καὶ μᾶς πολεμοῦν νὰ μᾶς ρίξουν σὲ ὅλα τὰ πάθη. Γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, μέχρι νὰ πεθάνει, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι χωρὶς πειρασμοὺς καὶ χωρὶς πόλεμο.

  • !

    Ὅσοι νίκησαν τὰ πάθη μὲ τὴν ἄσκηση στὶς ἀρετές, ἂν καὶ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῶν τεσσάρων αἰτιῶν ποὺ ἀναφέραμε, παραμένουν ἀνίκητοι. Κι αὐτό, γιατί ἔχουν μέσα τους τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἁρπάζεται ὁ νοῦς τους σὲ μνῆμες ἅγιες καὶ θεϊκές.

  • !

    Τίποτε δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρὸ νὰ ἀποβάλει τὶς ἐμπειρίες καὶ τὶς μνῆμες τῆς παλιᾶς ἀκόλαστης ζωῆς, καὶ νὰ διώξει τὶς ἐνθυμήσεις ποὺ κινοῦνται καὶ διεγείρονται μέσα στὴ σάρκα, καὶ προκαλοῦν ταραχώδη σαρκικὴ φλόγωση, ὅσο εἶναι το νὰ βυθιστοῦμε ὁλόκληροι μέσα στὸν πόθο τῆς μελέτης τῆς θείας Γραφῆς, καὶ νὰ ἀναζητοῦμε νὰ ἐννοήσουμε τὰ βαθιὰ νοήματά της.

  • !

    Πολλὲς φορὲς μάλιστα, ἐξαφανίζει καὶ τοὺς συνήθεις λογισμούς, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὶς σωματικές μας ἀνάγκες καὶ ἀναπαύουν τὴ φύση μας. Καὶ τότε ἡ ψυχὴ διαμένει σὲ ἔκσταση μέσα στὰ καινούργια συναπαντήματα της στὴ θάλασσα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.

  • !

    Καὶ πάλι, ὅταν ὁ νοῦς μας κολυμπᾶ στὴ θάλασσα τῶν θείων Γραφῶν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ διεισδύσει στὰ βαθιὰ νοήματα τους, ὥστε νὰ κατανοήσει ὅλους τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶναι κρυμμένοι στὰ βαθιὰ νερά τους, μᾶς εἶναι ἀρκετὴ καὶ μόνο ἡ μὲ πόθο μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ δέσουμε σφιχτὰ τοὺς λογισμούς μας καὶ νὰ τοὺς ὑποτάξουμε σὲ ἕνα μόνο, θαυμάσιο καὶ ἅγιο λογισμό, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐλεύθεροι καὶ τρέχουν κατὰ τὰ σαρκικά μας θελήματα, ὅπως εἶπε ἕνας θεοφόρος ἅγιος.

Οἱ αἰτίες τῶν λογισμῶν

 

  1. Ἡ κίνηση τῶν λογισμῶν στὸν ἄνθρωπο σὲ τέσσερις αἰτίες ὀφείλεται. Πρώτη αἰτία εἶναι τὸ φυσικὸ θέλημα τοῦ σώματος (τῆς σάρκας). Δεύτερη εἶναι ἡ φαντασία ποὺ προκαλοῦν τὰ αἰσθητὰ πράγματα τοῦ κόσμου, ποὺ ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε. Τρίτη εἶναι οἱ ἐμπειρίες ποὺ εἴχαμε στὴν ζωή μας καὶ τὰ παραστρατήματα τῆς ψυχῆς, ποὺ τριγυρίζουν στὸ νοῦ μας, καὶ τέταρτη, οἱ προσβολὲς τῶν δαιμόνων, ποὺ ἐκμεταλλεύονται τὶς παραπάνω τρεῖς αἰτίες καὶ μᾶς πολεμοῦν νὰ μᾶς ρίξουν σὲ ὅλα τὰ πάθη. Γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, μέχρι νὰ πεθάνει, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι χωρὶς πειρασμοὺς καὶ χωρὶς πόλεμο.

Σκέψου τώρα καὶ κρῖνε: Προτοῦ νὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή, εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ καταργηθεῖ μία ἀπὸ τὶς τέσσερις αὐτὲς αἰτίες; καὶ ἀκόμη: Εἶναι δυνατό, τὸ σῶμα μας νὰ μὴν ἀναγκασθεῖ νὰ ἐπιθυμήσει κάποιο ἀπὸ τὰ κοσμικὰ πράγματα;

Ἐὰν λοιπὸν εἶναι παράλογο νὰ σκεφθοῦμε κάτι τέτοιο γιὰ τὸ σῶμα μας, μιὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, εἶναι ἑπόμενο ὅτι τὰ πάθη παίρνουν ἀφορμὲς καὶ δουλεύουν σὲ κάθε ζωντανὸ ἄνθρωπο, εἴτε τὸ θέλει εἴτε δὲν τὸ θέλει. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη κάθε ἄνθρωπος νὰ προφυλάγεται μήπως καὶ πέσει ὄχι σὲ ἕνα μόνο πάθος, ποὺ τὸν πολιορκεῖ συνεχῶς, οὔτε σὲ δύο, ἀλλὰ καὶ σὲ περισσότερα, ἐπειδὴ φοράει ἀδύνατο σῶμα.

Ὅσοι νίκησαν τὰ πάθη μὲ τὴν ἄσκηση στὶς ἀρετές, ἂν καὶ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῶν τεσσάρων αἰτιῶν ποὺ ἀναφέραμε, παραμένουν ἀνίκητοι. Κι αὐτό, γιατί ἔχουν μέσα τους τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἁρπάζεται ὁ νοῦς τους σὲ μνῆμες ἅγιες καὶ θεϊκές. (319).

Ἡ μελέτη τῆς θείας Γραφῆς ἐξαφανίζει τοὺς κακοὺς λογισμούς

  1. Τίποτε δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρὸ νὰ ἀποβάλει τὶς ἐμπειρίες καὶ τὶς μνῆμες τῆς παλιᾶς ἀκόλαστης ζωῆς, καὶ νὰ διώξει τὶς ἐνθυμήσεις ποὺ κινοῦνται καὶ διεγείρονται μέσα στὴ σάρκα, καὶ προκαλοῦν ταραχώδη σαρκικὴ φλόγωση, ὅσο εἶναι το νὰ βυθιστοῦμε ὁλόκληροι μέσα στὸν πόθο τῆς μελέτης τῆς θείας Γραφῆς, καὶ νὰ ἀναζητοῦμε νὰ ἐννοήσουμε τὰ βαθιὰ νοήματά της.

Ὅταν οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐμποτισθοῦν ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τῆς ἐπίμονης μελέτης τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ στὴ θεία Γραφή, μὲ τέτοια ἀφοσίωση, ποὺ νὰ στίβει τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τοῦ φανερωθοῦν τὰ θεῖα νοήματα τους, ἔ, τότε, ὁ ἄνθρωπος ἀφήνει πίσω του τὸ μάταιο κόσμο, λησμονεῖ ὅτι ὑπάρχει σ’ αὐτόν, καὶ ἐξαλείφει ἀπὸ τὴν ψυχή του ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς ἐνθυμήσεις τῆς συσσωμάτωσης μὲ τὸν κόσμο.

Πολλὲς φορὲς μάλιστα, ἐξαφανίζει καὶ τοὺς συνήθεις λογισμούς, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὶς σωματικές μας ἀνάγκες καὶ ἀναπαύουν τὴ φύση μας. Καὶ τότε ἡ ψυχὴ διαμένει σὲ ἔκσταση μέσα στὰ καινούργια συναπαντήματα της στὴ θάλασσα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.

Καὶ πάλι, ὅταν ὁ νοῦς μας κολυμπᾶ στὴ θάλασσα τῶν θείων Γραφῶν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ διεισδύσει στὰ βαθιὰ νοήματα τους, ὥστε νὰ κατανοήσει ὅλους τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶναι κρυμμένοι στὰ βαθιὰ νερά τους, μᾶς εἶναι ἀρκετὴ καὶ μόνο ἡ μὲ πόθο μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ δέσουμε σφιχτὰ τοὺς λογισμούς μας καὶ νὰ τοὺς ὑποτάξουμε σὲ ἕνα μόνο, θαυμάσιο καὶ ἅγιο λογισμό, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐλεύθεροι καὶ τρέχουν κατὰ τὰ σαρκικά μας θελήματα, ὅπως εἶπε ἕνας θεοφόρος ἅγιος. (4).