Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν συνιστοῦν τὸν κατὰ μέτωπο ἀγῶνα ἐναντίον τῶν πονηρῶν λογισμῶν. Ὁ Ἁγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λὲγει πὼς ὅποιος προσπαθεῖ νὰ παλαίψει ἐναντίον τοῦ δαίμονος τῆς βλάσφημίας μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο μοιάζει μ’ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ συλλὰβει τὴν ἀστραπὴ μὲ τὰ χέρια του. Διότι, λέγει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβει ἢ νὰ ἀντειπεῖ ἢ νὰ παλέψει κανεὶς ἐναντίον ἐκείνου ποὺ ἔρχεται στὴν καρδιὰ ξαφνικὰ σὰν ἄνεμος, ποὺ εἶναι τὰ λόγια του γρηγορὸτερα ἀπὸ τὴν ριπὴ τοῦ ὀφθαλμοῦ καὶ ποὺ ἀμέσως γίνεται ἄφαντος;. Ἐκεῖνο ποὺ ἁρμόζει στὸ λογισμὸ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἡ περιφρόνηση, ὄχι ἡ κατὰ μέτωπο ἀντιπαράθεση. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἁγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συνεχίζει:
Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι κλεισμένος σ’ ἕνα σπίτι, ἀκούει τὰ λόγια αὐτῶν ποὺ περνοῦν ἀπ’ ἔξω, χωρὶς νὰ συνομιλῇ μαζί τους. Παρομοίως καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ζῇ μὲ αὐτοσυγκέντρωση, ταράσσεται ἀκούοντας τὶς βλασφημίες ποὺ προφέρει διερχόμενος ὁ διάβολος. Ὅποιος περιφρονεῖ τοῦτον τὸν δαίμονα, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ πάθος. Ὅποιος σοφίζεται νὰ ἀγωνισθῇ ἐναντίον του διαφορετικά, στὸ τέλος νικᾶται. Διότι ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ συλλαβὴ τὰ πνεύματα μὲ λόγια, ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ προσπαθεῖ νὰ κλείση κάπου τοὺς ἀνέμους.
Κάποιος ἐκλεκτὸς μοναχός, ἐνοχλημένος εἴκοσι χρόνους ἀπὸ τοῦτον τὸν δαίμονα, ἔλιωσε τὴν σάρκα του μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες. Καὶ ἀφοῦ δὲν εἶδε ἀπὸ αὐτὰ καμία ὠφέλεια, ἔγραψε τὸ πάθος σὲ χαρτὶ καὶ ἐπῆγε καὶ τὸ ἔδωσε σὲ κάποιον ἅγιο ἄνδρα. Ἔπεσε δὲ κατὰ πρὸσωπον στὴν γῆ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνυψώση πρὸς αὐτὸν τὸ βλέμμα του. Ὁ γέροντας μόλις τὸ διάβασε, χαμογέλασε, καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὸν ἀδελφόν, τοῦ λέγει: Βάλε, τέκνον μου, τὸ χέρι σου στὸν αὐχένα μου. Ἀφοῦ τὸ ἔβαλε ὁ ἀδελφός, τοῦ λέγει ὁ μέγας ἐκεῖνος: Ἂς εἶναι ἐπάνω στὸν τράχηλό μου, ἀδελφέ, αὐτὴ ἡ ἁμαρτία, ὅσα χρόνια τὴν εἶχες ἢ θὰ τὴν ἔχης ἀκόμη. Μόνο ἐσὺ νὰ μὴν τὴν ὑπολογίζης πλέον καθόλου. Καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς διαβεβαίωνε ὅτι δὲν πρόφθασε νὰ βγῇ ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ γέροντος καὶ τὸ πάθος ἔγινε ἄφαντο. Τοῦτο τὸ περιστατικὸ μοῦ το διηγήθηκε δοξάζοντας τὸν Θεὸν ὁ ἴδιος ἀδελφὸς στὸν ὁποῖον σύνέβη.
Γιὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς ἂς τὸν περιφρονοῦμε καὶ ἂς μὴν ὑπολογίζωμε καθόλου τὰ λεγόμενά του καὶ ἂς τοῦ λέγωμεν: Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανά, Κύριον τὸν Θεόν μου προσκυνήσω καὶ αὐτῶ μόνῳ λατρεύσω (πρβλ. Μάτθ. δ’ 10)· σοῦ δὲ ἐπιστρέψει ὁ πόνος καὶ ὁ λόγος ἐπὶ τὴν κεφαλήν σου καὶ ἐπὶ τὴν κορυφήν σου ἡ βλασφημία σου καταβήσεται (Πρβλ. Ψάλμ. ζ’ 17) ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.
Πρέπει νὰ σκεπτόμαστε πὼς ἡ εὐχαρίστηση ποὺ προσφέρουν τὰ πάθη εἶναι φαινομενικὴ καὶ πρόσκαιρη. Ἡ ὑποδούλωση στὰ πάθη σκὸτίζει τὸ νοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι ὁ δρόμος τῆς κακίας εἶναι ἐλκυστικός καὶ εὐχάριστος. Ὅμως τὰ φαινόμενα ἐξαπατοῦν. Ὅταν λόγου χάρη κάποιος ὑποδουλωθεῖ ἀπὸ τὸ φθόνο, γίνεται πράγματι δυστυχισμένος. Ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὸ καθετὶ ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ φθονεῖ ἢ ποὺ θυμίζει αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Ὅμως ὅποιος ἀποτινάξει τὸ ζυγό, ὁ δρόμος τῆς κακίας τοῦ φαίνεται ἐλεεινὸς καὶ ἀποκρουστικός, ἐνῷ ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς εὔκολος καὶ ἀξιαγάπητος. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνουν ἐκεῖνοι ποὺ ἐνίκησαν τὰ πάθη. Ὅποιος ξερίζωσε τὸ πάθος τοῦ φθόνου, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης, χαίρεται γιὰ τὸ καθετὶ ποὺ ἔχει σχὲση μὲ τὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο. Ὁ δρόμος του εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολος, πολὺ πιὸ ὄμορφος!
Κάθε πρόκληση, ποὺ δημιουργεῖ τὸ πάθος, μᾶς φαίνεται εὐχάριστη· μέλι γὰρ ἀποστάζει ἀπὸ χειλέων γυναικὸς πόρνης, ἢ πρὸς καιρὸν λιπαίνει τὸν φάρυγγα, ὕστερον μέντοι πικρότερον χολῆς εὑρήσεις καὶ ἠκονιμένον μᾶλλον μαχαίρας διστόμου (Παροιμ. ε’ 3-4).
Τὸ νὰ πολεμάται κανεὶς ἀπὸ τὰ πάθη δὲν εἶναι κακό. Κακὸ εἶναι το νὰ παραδίδεται στὸν ἐχθρὸ ἀπὸ ἀμέλεια. Ὁ πόλεμος κατὰ τῶν παθῶν κάνει τὸν χριστιανὸ δόκιμο ἀγωνιστὴ καὶ τοῦ προσφέρει πεῖρα. Πρὸ παντός τὸν προφυλάσσει ἀπὸ τὸν θανάσιμο ἐχθρὸ τῆς σωτηρίας του, τὴν ὑπερηφάνεια. Αὐτὸς ὁ πόλεμος ἀρχίζει μὲ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονται συνήθως οἱ πονηροὶ λογισμοί. Ἐδῶ πρέπει κανεὶς νὰ κερδίσει τὴ μάχη.
Καὶ πῶς θὰ ἠμπορέσει κανεὶς νὰ ὑπερνικήσει τὴν θηριώδη σκέψιν; Τί λέγεις ἄνθρωπε; Ἐξουσιάζομε τὰ λεοντάρια καὶ ἐξημερώνομεν τὰς ἐπιθέσεις των, καὶ ἀμφιβάλλεις ἐὰν θὰ ἠμπορέσης νὰ μεταβάλης εἰς ἡμερότητα τὴν θηριωδίαν τῆς σκέψεως; Ἂν καὶ εἰς τὸ θηρίον ἐνυπάρχει ἐκ φύσεως μὲν ἡ θηριωδία, παρὰ φῦσιν δὲ ἡ ἡμερότης· εἰς σὲ ὅμως συμβαίνει τὸ ἀντίθετον, ἐκ φύσεως μὲν ἡμερότης, παρὰ φῦσιν δὲ ἡ ἀγριότης καὶ ἡ θηριωδία. Σὺ λοιπόν, ποὺ ἀπεμάκρυνες τὸ ἐκ φύσεως καὶ ἐτοποθέτησας τὸ παρὰ φῦσιν μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ θηρίου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ διατήρησης ὁ ἴδιος τὸ ἐκ φύσεως; (Χρύσ).
Ἄνθρωπος ὅστις διάγει τὰς ἡμέρας τοῦ ἀμελῶν περὶ τῆς ψυχῆς του καὶ μὴ ἐνθυμούμενος παντελῶς τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἡτοίμασεν ὁ Κύριος διὰ τοὺς δικαίους, μηδὲ τὴν κόλασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡτοιμασμένη διὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ διάγει χωρὶς φόβον Θεοῦ- εἰς τὸν τοιοῦτον ἐμπνέει ὁ πονηρὸς πᾶσαν ἐπιθυμίαν σαρκικήν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοήση ὁ τοιοῦτος τί πράττει, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἡ πύλη τῆς πόλεως δὲν αἰσθὰνεται τοὺς εἰσερχόμενους καὶ ἐξερχόμενους δι’ αὐτῆς· διότι ἡ ἐπιθυμία εἰσελθοῦσα εἰς τὴν διάνοιάν του ἐκάλυψε τοὺς ὀφθαλμούς του. Τοὺς δὲ ἀγωνιστὰς πολεμεῖ διαφόρως ὁ ἐχθρὸς· καὶ πρὶν ἐκτελεσθῇ ἡ ἀνομία σμικρύνει πολὺ αὐτὴν ὁ ἐχθρὸς εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των ἀφοῦ δὲ τελεσθῇ, τοσοῦτον τὴν ὑψώνει ὥστε δεικνύει αὐτὴν μεγάλην καὶ ἀσυγχώρητον διὰ νὰ τὸν ρίψη εἰς τὴν ἀπελπισίαν (Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος).
Ὅταν ὁ λογισμὸς μεταβληθεῖ σὲ σκέψη καὶ ἐξελιχθεῖ σὲ πάθος, ὁ πόλεμος γίνεται σκληρός. Ὅταν μάλιστα ἡ ἀρρώστια γίνει χρόνια, ἡ καταπολέμηση της εἶναι πολὺ δύσκολη. Παλαιὸν πάθος τῆς ψυχῆς, καὶ ἄσκησις τοῦ κακοῦ ποὺ ἐρρίζωσε μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου εἶναι δυσκολοθεράπευτος ἢ καὶ παντελῶς ἀθεράπευτος, διότι ἡ συνήθεια, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, μεταβάλλεται εἰς φῦσιν (Μ. Βασίλειος).
Ἡ τελεία ἀποφυγὴ τοῦ κακοῦ εἶναι βέβαια τὸ καλύτερο, ὅπως ἀκριβῶς ἀποφεύγουμε τὴν πληγὴ ἀπὸ φαρμακερὸ φίδι. Ὅμως καὶ ἂν ὁ χριστιανὸς δοκιμάσει μία πτώση, πρέπει νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀμέσως ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο: Ἀλλὰ ἀποπήδησον, μὴ χρονίσης ἐν τῷ τόπῳ, μηδὲ ἐπιστήσης τὸ σὸν ὄνομα πρὸς αὐτὴν (Παροιμ. θ’ 18α). Σχολιάζοντας ὁ Μ. Βασίλειος καταλήγει: Μακάριον λοιπὸν εἶναι νὰ μὴ σκεφθῇς τὸ πονηρὸν ἐὰν ὅμως ἀπὸ κλοπὴν τοῦ ἐχθροῦ ἐδέχθης εἰς τὴν ψυχήν σου σκέψεις ἀσεβεῖς, μὴ παραμείνης εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Ἐὰν δὲ καὶ αὐτὸ ἔχης πάθει, μὴ στερεωθῇς εἰς τὸ κακόν. Μὴ λοιπὸν καθίσης εἰς τὴν καθέδραν τῶν λοιμῶν (Ψάλμ. A’ I).
Στὴν περίπτωση ποὺ τὸ κακὸ ἔχει πλέον ἐξελιχθεῖ σὲ πάθος, οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν μικρὰ βήματα. Εἶναι ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος, μεγάλος καὶ τὰ ἐμπόδια ὑψηλὰ καὶ ἡ κορυφὴ πλησίον τοῦ οὐρανοῦ καὶ δὲν μπορεῖς νὰ φθάσεις πρὸς τὸ μέγα; Δὲν ἠμπορεῖς νὰ περιφρονήσεις, τὰ χρήματα; Τοὐλάχιστον μὴν ἁρπάζεις τὰ χρήματα τῶν ἄλλων, οὔτε νὰ διαπράττεις ἀδικίας. Δὲν ἠμπορεῖς νὰ νηστεύσεις; Τοὐλάχιστον μὴ παρασύρεσαι εἰς ἀπολαύσεις. Δὲν ἠμπορεῖς νὰ κοιμηθεῖς ἐπάνω εἰς σκληρὸν στρῶμα; Μὴν κατασκευάζεις σὲ παρακαλῶ κρεββάτια ἀργυρένδυτα, οὔτε ἐλεφάντινα, ἀλλὰ χρησιμοποίησε κρεββάτι καὶ στρώματα, ποὺ δὲν ἔχουν κατασκευασθεῖ δι’ ἐπίδειξιν ἀλλὰ δι’ ἀνάπαυσιν συγκράτησε τὸν ἑαυτόν σου (Χρύσ.).
Ἀναφερόμενος στὴν καταπολέμηση τοῦ θυμοῦ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει πὼς αὐτὸ γίνεται βαθμιαῖα· στὴν ἀρχὴ δοκιμάζει κανεὶς ἐσωτερικὴ πικρία καὶ ὀδύνη γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ τοῦ προξενήθηκε. Κατόπιν ἀντιμετωπίζει τὴν ἀδικία χωρὶς λύπη καὶ ὑστέρα τὴ θεωρεῖ ἔπαινο. Εἶδα τρεῖς μοναχούς, λέγει, ποὺ ἐξυβρίσθησαν συγχρόνως· ὁ πρῶτος ἂπ’ αὐτοὺς δαγκώθηκε καὶ ταράχθηκε, ἀλλὰ δὲν μίλησε. Ὁ δεὺτερος χάρηκε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ λυπήθηκε γιὰ τὸν ὑβριστή, καὶ ὁ τρίτος, ἀφοῦ ἀναλογίσθηκε τὴν ψυχικὴ βλάβη τοῦ ὑβριστοῦ, ἔχυσε πικρὰ δάκρυα. Ἔτσι ἔχεις ἐμπρός σου τὸν ἐργάτη τοῦ φόβου, τὸν μισθωτὸ καὶ τὸν ἐργάτη τῆς ἀγάπης.
Ἡ ἀρχὴ εἶναι νὰ σιωποῦν τὰ χείλη, ἐνῷ ἡ καρδιὰ βρίσκεται σέ ταραχή. Τὸ μέσον εἶναι νὰ σιωποῦν οἱ λογισμοί, ἐνῷ ἡ ψυχὴ βρίσκεται σὲ ταραχή. Κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ κατάσταση στὴν ὁποία στὴ θάλασσα τῆς ψυχῆς ἐπικρατεῖ μόνιμη καὶ σταθερὴ γαλήνη, ὅσο καὶ ἂν φυσοῦν οἱ ἀκάθαρτοι ἄνεμοι.
Ἡ σοφία ἀρχίζει μὲ τὸ φόβο τοῦ Κυρίου (ψάλμ. ρΓ/ρια’ 10. Παρ. α’7. θ Ἴο). Ὁ φόβος καθαρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ˙ καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου· ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην, ἀναφωνεῖ ὁ ψαλμωδὸς (ψάλμ. ριη’/ριθ’ 12). Διότι ἐκεῖ ὅπου κατοικεῖ ὁ φόβος, ἐκεῖ ἐγκαθίσταται ὅλη ἡ καθαρότης τῆς ψυχῆς. Καὶ κάθε πονηρία καὶ ἀνίερος πρᾶξις ἀπομακρύνεται, ἀφοῦ τὰ μέλη τοῦ σώματος δὲν ἠμποροῦν λόγῳ τοῦ φόβου, νὰ κινηθοῦν πρὸς ἀνάρμοστους πράξεις. Διότι ὅπως αὐτὸς ποὺ ἔχει καρφωθῇ μὲ ὑλικὰ καρφιὰ καὶ κατέχεται ἀπὸ ὀδύνας, παραμένει ἀδρανῇς, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει κυριευθῇ ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔχει τρόπον τινὰ συνδεθῇ ὡσὰν μὲ ὀδύνην μὲ τὴν ἀναμονὴ αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἀπειληθῇ, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε τὰ μάτια νὰ χρὴσιμοποίηση διὰ πράγματα ποὺ δὲν πρέπει, οὔτε τὰ χέρια νὰ κίνηση πρὸς πράξεις ποὺ εἶναι ἀπηγορευμέναι, οὔτε νὰ πράξη γενικὰ παρὰ τὸ καθῆκον κάτι μικρὸν ἢ καὶ μεγάλον (Μ. Βασιλ.).
Διότι ὅποιος ἔχει ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του ἐκείνη τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν καὶ πάντοτε μελετᾶ τὴν ἀπολογίαν του ἐμπρὸς εἰς τὸ δικαστῆ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πλανηθῇ, αὐτός, ἢ καθόλου, ἢ ἐλάχιστα θὰ ἀμαρτήση, διότι τὸ ἁμαρτάνειν προέρχεται ἀπὸ ἀπουσίαν φόβου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἡμᾶς. Εἰς ὅσους δὲ εἶναι ζωηρὰ ἡ ἀνάμνηση τῶν ἀπειλουμὲνων τιμωριῶν, ὁ ἔνοικων εἰς αὐτοὺς φόβος δὲν θὰ τοὺς δώση εὐκαιρίαν νὰ περιπέσουν εἰς ἀπρόσεκτους πράξεις ἡ σκέψεις (Μ. Βασιλ.).
Εἰς ἐκεῖνον λοιπὸν ποὺ φοβεῖται δὲν ὑπάρχει καμμία ἔλλειψις· δὴλαδή δὲν λείπει καμμία ἀρετὴ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τὸν φόβον ἐμποδίζεται νὰ διάπραξη κάθε ἀνάρμοστον πρᾶξιν, ἀλλὰ εἶναι τέλειος, χωρὶς νὰ τοῦ λείπη τίποτε ἀπὸ τὰ καλὰ ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φῦσιν. Καὶ ὅπως δὲν εἶναι τέλειος εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνος ποὺ εἰς κάποιο μέρος του λείπει κάτι ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ εἶναι ἀτελὴς ὡς πρὸς ἐκεῖνο ποὺ τοῦ λείπει, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ περιφρονεῖ μίαν ἀπὸ τὰς ἐντολάς, ἐπειδὴ στερεῖται αὐτῆς, εἶναι ἀτελὴς ὡς πρὸς αὐτὴν ποὺ λείπει. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔχει ἀποκτήσει τὸν τέλειον φόβον καὶ εἶναι συνεσταλμένος εἰς ὅλα ἀπὸ εὐλάβειαν, δὲν θὰ σταματήση καθόλου, ἐπειδὴ καὶ τίποτε δὲν περιφρονεῖ, δὲν θὰ ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν, διότι εἰς ὅλα πάντοτε ὑπάρχει εἰς αὐτὸν ὁ φόβος (Μ. Βασιλ.).
Τί ὑπάρχει χειρότερον ἀπὸ τὴν γέενναν τῆς κολάσεως; Καὶ ὅμως τίποτε δὲν εἶναι ὤφελιμότερόν ἀπὸ τὸν φόβον αὐτῆς, διότι ὁ φόβος τῆς γεέννης μᾶς φέρει τὸν στέφανον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ὑπὰρχει φόβος, δὲν ὑπάρχει φθόνος· ὅπου ὑπάρχει φόβος, δὲν ἐνοχλεῖ ὁ ἔρωτας τῶν χρημάτων ὅπου ὑπάρχει φόβος, ἔχει σβήσει ὁ θυμὸς· ἡ πονηρά ἐπιθυμία ἔχει καταστολή, κάθε παράλογον πάθος ἔχει ἐξορισθῆ˙ καὶ ὅπως εἰς τὸ σπίτι στρατιώτου ποὺ εἶναι συνεχῶς ὡπλισμένος, οὔτε ληστής, οὔτε διαρρήκτης, οὔτε κανεὶς ἄλλος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κάνουν τέτοια κακουργήματα θὰ τολμήση νὰ πλησίαση, ἔτσι καὶ ὅταν ὁ φόβος κατέχη τὰς ψυχάς μας, κανένα ἀπὸ τὰ ἀνελεύθερα πάθη δὲν μπαίνει εὔκολα ἐντὸς ἡμῶν ἀλλὰ ὅλα δραπετεύουν καὶ φεύγουν ἔκδιωκόμενά ἀπὸ παντοῦ ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ φόβου (Χρύσ.).
Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἐπίσης ἀποτελεσματικὸ φάρμακο στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συνιστᾶ στοὺς γαστρίμαργους: Ὅταν λάβης θέσι σὲ πλούσιο τραπέζι, φάε ἔχοντας ἐμπρός σου τὴν μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τῆς Κρίσεως· ἴσως ἔτσι νὰ συγκράτησης ὀλίγο τὸ πάθος. Καὶ ἐνῷ πίνεις, μὴν παύσης νὰ θυμᾶσαι τὸ ὄξος καὶ τὴν χολὴ τοῦ Δεσπότου σου. Ἔτσι ἢ θὰ ἐγκρατευθής, ἢ τοὐλάχιστον, ἂν δὲν ἐγκρατευθὴς θὰ ταπεινωθῇς ἀναστενάζοντας.
Ἀκόμη συνιστᾶται ἡ μνήμη παλαιῶν ἁμαρτημάτων, ἰδιαίτερα ὅταν πρόκειται γιὰ πάθη ποὺ ἔχουν πλέον ριζώσει καὶ εἶναι δύσκολο ξερίζωτο ἀγκάθι καὶ ἀτίθασον θηρίον μὲ πολλὰς κεφάλας, ὅπως ἀναφέρει ὁ Χρυσόστομος γιὰ τὴ φιλοδοξία:
Διότι ὅπως ἀκριβῶς τὸ σκουλήκι ροκανίζει τὰ ξύλα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὴν γέννησίν του, ὅπως ἡ σκουριὰ κατατρώγει τὸν σίδηρον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται, καὶ ὅπως ὁ σκῶρος τὰ μάλλινα, ἔτσι καὶ ἡ κενοδοξία καταστρέφει τὴν ψυχή, ποὺ τὴν ἐκτρέφει. Δι’ αὐτὸ χρειάζεται συνεχὴς φροντίς, ὥστε νὰ ἐξαφανίσωμεν αὐτὸ τὸ πάθος. Ἀποτελεσματικὸ μέσο εἶναι ἡ μνήμη τῶν παλαιῶν μας ἁμαρτημάτων, συνιστᾶ ὁ ἴδιος πατέρας καὶ ἀναφέρεται στὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ὁρίσθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο σκεῦος ἐκλογῆς (Πράξ. θ’ 15). Δὲ λησμονεῖ τα ἀμαρτήματά του, ἀκόμη καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ συγχώρηση του καὶ διακηρύσσει πὼς ὁ Χριστός, ἔσχατον πάντων ὠσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη καμοί. Ἐγὼ γὰρ εἰμὶ ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὅς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἔδιωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμὶ ὅ εἰμὶ (Α’ Κόρ. ἰε’ 8-10).
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε τὴ συναίσθηση τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἐσκέπτετο τὸ πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τὶς δικές του ἁμαρτίες. Ἀκόμη καὶ ὁ Ἀβραάμ, ποὺ ἀξιώνεται νὰ συνομιλεί μὲ τὸ Θεό, ἀναφωνεῖ: Ἐγὼ δὲ εἰμὶ γῆ καὶ σποδὸς (Γέν. ἰn’ 27).
Πρέπει ἀκόμη ὁ Χριστιανὸς νὰ ἀξιολογεῖ σωστὰ τὴ σημασία τῶν πραγμάτων τῆς ζωῆς αὐτῆς, σὲ σχέση μὲ τὴν αἰώνια ζωή του. Στὴν πραγματικότητα τὰ δυσάρεστα ἢ τὰ εὐχάριστα αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ μένουν κακὰ ἢ ἀγαθὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀκολουθοῦν στὴ μέλλουσα ζωή.
Ὅποιος αἰσθανθεῖ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ἀποκτᾶ πνευματικὴ παρηγοριά, ποὺ ὑπερβαίνει τὴν ὑλοφροσύνη τῶν παθῶν. Κατανοεῖ πὼς τίποτε δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος, τίποτε ἡ πτωχεία, τίποτε ἡ περιφρόνησις, τίποτε ἡ τιμή, ἀλλ’ εἰς σύντομον διάρκειαν καὶ εἰς τὴν ὀνομασίαν διαφέρουν μεταξύ τους (Χρύσ.). Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ κατανοήσουμε, κυνηγοῦμε σκιές.
Μέντοιγε ἐν εἰκόνι διαπορεύεται ἄνθρωπος, πλὴν μάτην ταράσσεται (ψάλμ. λὴ’/λθ’ 7), πράγματι, ἐδῶ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος σὰν σκιώδης εἰκόνα, ὠσεὶ σκιὰ ἐκλήθησαν, καγὼ ὠσεὶ χόρτος ἐξηράνθην (ψάλμ. ρὰ’/ρβ’ 12). Δὲν ὀνομάζει σκιὰ μόνο τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὰ λυπηρά, εἴτε τὸν θάνατο, εἴτε τὴν ἀρρώστια καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο, «ἄνθρωπος ματαιότητι ὁμοιώθη, αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὠσεὶ σκιὰ παράγουσι» ἡ ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου παρέρχεται σὰν τὴ σκιὰ (ψάλμ. ρμγ’/ρμδ’ 4). «τοῦτο δὲ φημι, ἀδελφοί, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος το λοιπὸν ἐστίν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναίκας ὡς μὴ ἔχοντες ὧσι, καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες, καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου (Α’ Κόρ. ζ’ 29-31).
Ἔτσι οἱ ἐπιθυμίες καὶ τὰ πάθη προέρχονται ἀπὸ ἀνώριμον σκέψιν, ἀπὸ παιδικὴν νοοτροπίαν, λέγει ὁ Χρυσόστομος καὶ προτρέπει: καὶ ἂς ἐπιδιώκομε παντοῦ τὴν ἀλήθειαν καὶ ὄχι τὰς σκιᾶς, καὶ εἰς τὸν πλοῦτον, καὶ εἰς τὴν ἡδονὴν καὶ εἰς τὴν ἀπόλαυσιν καὶ εἰς τὴν δόξαν καὶ εἰς τὴν δύναμιν.
Παρόμοια ἀναφέρει καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὑπογραμμίζοντας τοὺς λόγους τοῦ ψαλμωδοῦ· υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι, ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; (ψάλμ. δ’ 3). Ματαιότητα ἐννοεῖ ἐδῶ τὴν παροῦσα ζωή, τὴν ἀπόλαυση, τὴ μικρὴ δόξα, τὴν ταπεινή ἐξουσία καὶ τὴν ἀπατηλὴ εὐημερία, λέγει καὶ καταλήγει πὼς αὐτὰ εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα ἀνήκουν περισσότερο σὲ ἐκείνους ποὺ οὔτε τὰ περίμεναν ποτέ, καὶ μεταβιβάζονται πότε στὸν ἕνα καὶ πότε στὸν ἄλλο, σὰν τὴ σκόνη ποὺ παρασύρεται ἀπὸ ὁρμητικὸ ἄνεμο. Ὅτι ἐλπὶς ἀσεβοῦς ὡς φερόμενος χνοὺς ὑπὸ ἄνεμου καὶ ὡς πάχνη ὑπὸ λαίλαπος διωχθεῖσα λεπτὴ καὶ ὡς καπνὸς ὑπὸ ἄνεμου διεχύθη καὶ ὡς μνεία καταλύτου μονοήμερου παρώδευσε (Σόφ. Σολομ. ε’ 14)· ἡ ἐλπίδα ποὺ ἔχει γιὰ τὴν εὐτυχία ὁ ἀσεβῇς εἶναι σὰν τὸ χνούδι καὶ σὰν τὴν πάχνη ποὺ τὰ διασκορπίζει ὁ ἄνεμος καὶ ἡ λαίλαπα· θυμίζει διαβάτη ποὺ κατέλυσε σὲ κὰποιο μέρος μιὰ μόνο μέρα καὶ κατόπιν ἔφυγε.
Γιὰ νὰ διδάξουν τὸ ἀσταθὲς τῶν παρόντων ἀγαθῶν οἱ Πατέρες ἀνατρέχουν στὴν ἱστορία. Ἔτσι ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς λέγει: Δὲν ἠξεύρομεν πόσα μὲν χωράφια, πόσα δὲ σπίτια καὶ πόσα ἔθνη καὶ πολιτεῖαι δὲν ἐπῆραν τὰ ὀνόματα ἄλλων κυρίων, ἐνῷ ἐζοῦσαν ἀκόμη αὐτοὶ ποὺ τὰ κατεῖχαν; Καὶ ὅτι αὐτοὶ μὲν ποὺ ἄλλοτε ὑπῆρξαν δοῦλοι, ἀνέβησαν εἰς τὸν θρόνον τῆς ἐξουσίας, αὐτοὶ δὲ ποὺ ὠνομάζοντο κύριοι καὶ δεσπόται, ἠρκέσθησαν νὰ σταθοῦν μεταξὺ τῶν ὑπηκόων καὶ ἔσκυψαν τὸ κεφάλι των εἰς τοὺς δούλους των, ὅταν τὰ πράγματα ἄλλαξαν δι’ αὐτοὺς ξαφνικά, ὅπως ἀντιστρέφονται τὰ ζάρια;
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν ἀκόμη τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ αἰώνιου πλούτου, τῆς αἰώνιας δόξας καὶ τῆς αἰώνιας χαρᾶς. Τὸ νὰ ἐπιθυμεῖ κανεὶς νὰ γίνει πλούσιος δὲν εἶναι κακό. Ὅμως πρέπει νὰ ἐπιθυμεῖ νὰ πλουτίσει εἰς Θεὸν (Λούκ. ἰβ’ 21). Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει: Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν ὅπου γὰρ ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν (Μάτθ. στ’ 20-21).
Ἂς σκεφθοῦμε λοιπόν, ἀγαπητοί, διὰ τοὺς ἑαυτούς μας κάτι τὸ φιλάνθρωπον. Καὶ ἐὰν γενικὰ θέλωμε τὸ βάρος τῆς εὐπορίας νὰ τὸ κάνωμε κέρδος μας, ἂς τὸ διαμοιράσωμεν εἰς πολλούς, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ τὸ βαστάξουν μὲ πολλὴν χαρὰν καὶ θὰ τὸ ἐναποθηκεύουν εἰς ἀπαραβίαστο ταμεῖο, τοὺς κόλπους τοῦ Δεσπότου, ὅπου ὁ σκόρος δὲν τὸ καταστρέφει, οὔτε οἱ κλέπται κάμνουν διάρρηξιν, οὔτε κλέπτουν. Ἂς ἐπιτρέψωμε εἰς τὸν πλοῦτον ποὺ θέλει νὰ ξεχειλίση πρὸς αὐτοὺς ποὺ τὸν ἔχουν ἀνάγκη (Μ. Βασιλ.).
Ἐκεῖνος ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς του γιὰ σαρκικὲς ἀπολαύσεις, μπορεῖ νὰ στρέψει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν ἀπὸλαυση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Ἔτσι ἡ ἐπιθυμία του δὲν θὰ τὸν ὁδηγήσει στὶς ἀκάθαρτες ἡδονὲς ποὺ τὸν κάνουν σιχαμερό, ἀλλὰ στὸ Θεὸ καὶ στὰ αἰώνια ἀγαθὰ ποὺ τὸν κάνουν ἀξιοζήλευτο καὶ μακάριο.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἐπιθυμήσει τὴν δόξαν την παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ (Ἰω. ε’ 44), δὲν θὰ ἐπιθυμήσει νὰ λάβει τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων. Μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο θὰ ἀναφωνήσει: Κύριε, καλὸν ἔστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι (Μάτθ. ἰζ’ 4)· θὰ γίνει νεκρὸς ὡς πρὸς τὸν κόσμο τῶν παθῶν, σὰν νὰ ἔχει τὴ σάρκα τοῦ νεκρὰν καὶ ἀνενέργητον παντελῶς εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ θὰ ζεῖ μοναχὰ εἰς τὸν Θεόν, ὡσὰν ὁποὺ ἐνεργεῖται καὶ κινεῖται ἀπὸ αὐτόν, λέγει ὁ Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος· καὶ ἀφοῦ στοχασθῇς τὸν ἑαυτόν σου, συνεχίζει, πὼς εἶσαι εἰς τέτοιαν δόξαν, τότε θέλει φωνὰξεις μαζὶ μὲ τὸν θεῖον Παῦλον μεγαλοφώνως, καὶ μὲ χαρὰν τῆς ψυχῆς σου: Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς, ἐλευθέρωσέ μὲ ἀπὸ τοῦ νόμου καὶ τοῦ θανάτου τῆς ἁμαρτίας˙ καὶ ἀπὸ τότε πλέον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, δὲν θέλει ἔχεις διαφορὰν ἀρσενικοῦ καὶ θηλυκού προσώπου, οὐδὲ θέλει βλαβῇς ἀπὸ αὐτὰ ὡσὰν ὁποὺ ἔλαβες τὸ κατὰ φῦσιν καὶ δὲν βλέπεις πλέον παρὰ φῦσιν τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἴδιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας συνιστᾶ νὰ ἀποφεύγουμε τὰ πρὸσωπα ἐκεῖνα ποὺ μᾶς βλάπτουν καὶ γράφει: Ἀμὴ καὶ ὅταν εὑρίσκεσαι καὶ συνομιλεῖς μὲ ἄνδρας καὶ μὲ γυναίκας, θέλει μείνης ἀβλαβὴς καὶ ἀκὶνητος ἀπὸ τὴν κατὰ φῦσιν στάσιν σου· καὶ θέλει τοὺς ἰδῇς, καὶ τοὺς κοιτάζης, ὡσὰν μέλη Χριστοῦ τίμια, καὶ ναοὺς τοῦ Θεοῦ. Ἀμὴ πρό τοῦ νὰ φθάσης σὲ τέτοιο μέτρον, καὶ πρό τοῦ νὰ θεωρήσης εἰς τὰ μέλη σου τὴν ζωοποιὸν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κάμνεις πολλὰ καλά, νὰ φεύγης τὰ πρόσωπα ὅπου σοῦ προξενοῦν βλάβην, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καμμία αἰτία κακοῦ ἢ σκανδάλου, ὅμως ἐμεῖς ἀπατώμεθα, καὶ συρώμεθα εἰς ἀτόπους ἐπιθυμίας, διὰ μέσου τῆς πορνικῆς ἁμαρτίας ποὺ κατοικεῖ μέσα μας.
Ἐξάλλου ἡ προσήλωση τῆς σκέψης μας στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, βοηθᾶ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν παθῶν. Καὶ ἂν ἀκόμη σοῦ φανῇ εὐχάριστος ἡ πλεονεξία, λέγει ὁ Χρυσόστομος, σκέψου ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν τὴν θέλει καὶ ἀμέσως θὰ σοῦ φανῇ δυσάρεστος˙ πάλιν ἐὰν εἶναι ἐνοχληπκόν το νὰ δίδης εἰς τοὺς πτωχούς, μὴ σταματήσης τὴν σκέψιν σου μέχρι τὴν δαπάνην, ἀλλ’ ἀμέσως μετάφερε τὴν σκέψιν σοῦ εἰς τὴν συγκομιδὴν τῶν καρπῶν ἀπὸ τὸν σπόρον ποὺ ρίπτεις. Καὶ ὅταν εἶναι φορτικόν το νὰ περιφρονῇς τὸν ἔρωτα ξένης γυναικός, σκέψου τὸν στέφανον ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόπον, καὶ εὔκολα θὰ ὑπομείνης τὸν κόπον διότι, ἐὰν ὁ φόβος τῶν ἀνθρώπων ἀποτρέπη ἀπὸ τὰ ἄτοπα πράγματα, πολὺ πὲρισσότερον ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ἡ ζωηρὴ ἀνάμνηση τῆς δικῆς Του ἀγάπης εἶναι ἐπίσης δραστικὸ ὅπλο στὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν παθῶν.
Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μιλῶντας γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς ὀργῆς συνιστᾶ τὴν ἀνάμνηση τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου. Ἔτσι, λέγει, αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται θὰ αἰσθανθεῖ ντροπή, ἀναλογιζόμενος τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀνεξικακία τοῦ Χριστοῦ καὶ χωρὶς ντροπὴ θὰ τρέξει πρῶτος νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του. Ἐντρέπεσαι, λέγε μου, ὅταν πρόκειται πρῶτος νὰ κερδίσης; λέγει ὁ Χρυσόστομος καὶ συνεχίζει: Ἀντιθέτως μάλιστα πρέπει νὰ ἐντρέπεσαι ποὺ παραμένεις εἰς τὸ πάθος, καὶ ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἐλύπησε νὰ τὸν περιμένης νὰ ἔλθη πρὸς συμφιλίωσιν διότι τοῦτο εἶναι αἰσχύνη καὶ ὄνειδος καὶ ζημία πολὺ μεγάλη. Διότι ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔλθη πρῶτος, ἐκεῖνος θὰ τὰ κερδίση ὅλα. Διότι ἂν ἀφήσης τὴν ὀργὴν παρακληθεῖς ἀπὸ ἄλλον, εἰς ἐκεῖνον ὑπολογίζεται τὸ κατόρθωμα διότι δὲν ἐτήρησες τὸν νόμον πειθόμενος εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ χαριζόμενος εἰς ἐκεῖνον. Κι ἂν ὁ ἄλλος νομίσει πὼς τὸν φοβόμαστε; Ἂν μᾶς περιγελάσει; Τότε ἡ πράξη μας ἔχει μεγαλύτερη ἀξία, γιατί παρ’ ὅλο ποὺ τὸ γνωρίζαμε αὐτό, ὅμως τὸ ὑπομείναμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἀποδιώκει ἀπὸ τὸν πιστὸ κὰθε ἴχνος ἐντροπῆς, προκειμένου νὰ θεραπεύσει τὸ πάθος, ἐνῷ ἡ καρδιά του πλημμυρίζει ἀπὸ ἐντροπὴ στὴν περίπτωση ποὺ ἐμμένει σ’ αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν σ’ ἕνα στρατιώτη νὰ ὀργισθεῖ μπροστὰ στὸν Ἀρχιστράτηγο, λέγει κάποιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταλήγει: Ἐὰν ἡ παρουσία ἑνὸς ἄνθρωπου ἰσότιμου ὡς πρὸς τὴ φύση, ἀνώτερου ὡς πρὸς τὸ ἀξίωμα, ἐμποδίζει τὸ πάθος, πολὺ περισσότερο τὸ ἐμποδίζει ἡ σκέψη πὼς ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ βλέπει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τὸ καθετί.
Γιὰ τὸν πιστὸ ὑπάρχει ἀκόμη ἡ αἴσθηση πὼς εἶναι μέλος τοῦ Σῶματος τοῦ Χριστοῦ (Γάλ. γ’ 27) καὶ ἑπομένως γνωρίζει πὼς στὴ ζωή του δὲν ἔχουν θέση τὰ πάθη.
Ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ καταξιωθοῦν νὰ γένουν ἕνα, νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεὸν μὲ τὴν συνεργείαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ γευθοῦν ἀπὸ τὰ ἀνεκλάλητα ἀγαθά του, κανένας δὲν ἐπιθυμεῖ ἄσπρα, ἢ φορέματα, ἢ πέτρας τὰς νομιζομένας ἀπὸ ἀνόητους πολύτιμους· οὐδὲ ἀγαπᾶ νὰ προσηλώνῃ τὴν καρδίαν του, νὰ ἔχη προσπάθειαν εἰς πλοῦτον ρευστὸν ἀκατάστατον ὅπου μεταφέρεται ἀπὸ ἄλλον εἰς ἄλλον οὐδὲ νὰ γνωρίζεται ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντας, ὅπου δὲν εἶναι ἄρχοντες τὴ ἀληθεία ἐξουσιασταὶ κύριοι, ἂλλ’ ἐξουσιάζονται, κυριεύονται ἀπὸ πολλὰ πάθη’ οὐδὲ νομίζει τοὺς τοιούτους μέγα τί, καὶ ὑψηλὸν οὐδὲ λογίζεται πὼς αὐτοὶ προξενοῦν περισσοτέραν δόξαν εἰς ἐκείνους ὅπου πλησιάζουν εἰς αὐτοὺς· οὐδὲ θέλει ἐπιθυμήσει κανένα ἄλλον ἀπὸ τοὺς ὀνομαστούς, καὶ ἐνδοξότερους εἰς τὸν κόσμον καθὼς δὲν θέλει ἐπιθυμήσει τινὰς νὰ γὲνη ἀπὸ πλούσιος πτωχός, ἢ ἀπὸ ἄρχοντας ἐξουσιαστὴς μεγάλος καὶ πὲρίφημος νὰ γένη ἄτιμος, ἄδοξος καταφρονημένος, κατώτερος ἀπὸ ὅλους.
Αὐτὰ ὑπογραμμίζει ὁ Ἁγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος καὶ ἐπανὲρχεται πολλὲς φορὲς σ’ αὐτὸ τὸ θέμα:
Διατὶ καθὼς κάθε Υἱὸς εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν πατέρα του, ὅτι καὶ Υἱὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι, ἔξω μόνον ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πατρός του. Ἔτσι πρέπει καὶ ὁ χριστιανὸς νὰ ἔχη τὴν ὁμοίωσιν τοῦ πονηροῦ διαβόλου διὰ μέσου τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας. Τὸ λοιπὸν πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ νὰ γνωρίσωμεν τὴν δυναστείαν τοῦ πονηροῦ διαβόλου, καὶ πὼς μᾶς δυναστεύει μὲ δόλον, καὶ ἀπάτην καὶ πὼς ἠμποροῦμεν νὰ χαλάσωμεν τὴν δύναστείαν του, καὶ τότε νὰ διδαχθοῦμεν, καὶ νὰ γνωρίσωμεν, καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ ζητήσωμεν αὐτὴν ἐν ἀληθείᾳ, νὰ ἔλθη, καὶ νὰ μᾶς ἐλευθέρωση ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν, καὶ ἀπὸ τὴν δουλείαν τοῦ πονηροῦ διαβόλου. Ἡ ὁποία βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται μοναχὰ εἰς ἐκείνους ὅπου τὴν γνωρίζουν, καὶ ὀπόταν βασιλεύση εἰς αὐτούς, τοὺς κάμνει συμπολίτας μὲ τοὺς Ἀγγέλους.
Ὁ Κύριος ὑπογραμμίζει: Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλος ἔστι τῆς ἁμαρτίας. Ὁ δὲ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα ὁ Υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ἐὰν οὗν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθέρωση, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε. (Ἰω. ἡ’ 34-36)
Σχολιάζοντας τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος λέγει: πῶς ὁ Υἱός, ἀφοῦ γνωρίση τὴν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, μεταλαμβάνοντας καὶ τὸ Θεῖον Σῶμα, καὶ αἷμα του, γίνεται ἕνα μὲ τὸν Χριστόν. Καὶ ἂφού ἁγιασθῇ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν ἔχη ἄσπρα τὰ ἔχει ὡσὰν νὰ μὴν τὰ ἔχη, ὅτι τὰ στοχάζεται καθὼς εἶναι φυσικά, ἤγουν χώματα τῆς γῆς. Καὶ ἐὰν ἔχη δόξαν ὁμοίως, καὶ αὐτὴν τὴν ἔχει, ὡσὰν νὰ μὴ τὴν ἔχη.
Ὁ Χριστιανὸς νοιώθει τὴν ἀδυναμία του καὶ τὴν ἀναξιότητά του· ὅμως ἡ συναίσθηση τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ μέλος Χριστοῦ τὸν ἐνθαρρύνει στὸν ἀγῶνα του κατὰ τοῦ πονηροῦ. Λέγει ὁ Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος: Ἀδελφός τὶς πολεμηθεῖς ὑπὸ τῆς πορνείας, ἐπίτιμων τὸν δαίμονα, ἔλεγεν ὕπαγε εἰς τὸ σκότος σατανᾶ ἄραγε δὲν γινώσκεις, ὅτι ἂν καὶ εἶμαι ἀνάξιος, μέλη τοῦ Χριστοῦ βαστάζω; Καὶ εὐθὺς παραχρήμα ἔπαυεν ὁ ἐρεθισμός, καθ’ ὅν τρόπον φυσῶν τὶς σβήνει τὸν λύχνον, ὥστε αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ἐθαύμαζε διὰ τοῦτο καὶ ἐδόξαζε τὸν Κύριον.
Μήπως ὅμως πρέπει κανεὶς νὰ φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, προκειμένου νὰ κατανικήσει τὰ πάθη; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει: Τί ὅμως παραγγέλλω; Καὶ λουτρὰ νὰ χρησιμοποιῇς καὶ τὸ σῶμα σου νὰ περιποιῆσαι καὶ νὰ περιφέρεσαι εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ σπίτι νὰ ἔχης καὶ νὰ σὲ ὑπηρετοῦν οἱ ὑπηρέται καὶ νὰ κάμνης χρῆσιν τῶν τροφίμων καὶ τῶν ποτῶν εἰς κάθε περίπτωσιν μόνο ἐκδίωξε τὴν πλεονεξίαν. Διότι ἐκείνη εἶναι ποὺ γεννᾶ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ὅταν τὸ ἴδιο πρᾶγμα γίνεται εἰς ὑπερβολικὸν βαθμόν, γίνεται ἁμαρτία. Ἡ πλεονεξία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἁμαρτία. Καὶ πρόσεχε! Ὅταν ὁ θυμὸς κινηθῇ περισσότερον τοῦ δέοντος, τότε ἐξερχόμενος βίαια ὑβρίζει, τότε κάμνει τὰ πάντα ἀδίκως, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ ὑπερβολικὴ ἐπιθυμία τῶν σωμάτων, ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων, τῆς δόξης, ὅλων τῶν ἄλλων.
Ἰσχυρὰ ὅπλα γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν εἶναι ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, λέγει ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος καὶ ὑπογραμμίζει: Κανένα ἄλλο πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσο ἰσχυρόν, ὥστε νὰ ἀποβάλλῃ ἐκ τῆς ψυχῆς τοῦ ἄνθρωπου τὰς ἐνθυμήσεις τῆς παλαιᾶς ἀκολασίας, καὶ ν’ ἀποδιώξῃ τὰς μνήμας αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι κινοῦνται καὶ διεγείρονται κατὰ τῆς σαρκός, καὶ ἐξάπτουσι τὴν φλόγα τῆς αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας ὅσον το νὰ καταγίνηταί τις μετὰ πόθου εἰς τὴν μελέτην τῆς θείας γραφῆς, καὶ νὰ ζητῇ τὰ βάθη τῶν νοημάτων αὐτῆς….
Καὶ πάλιν ἐὰν ὁ νοῦς, καταγινόμενος ἐπιμόνως εἰς τὴν μελέτην τῶν θείων γραφῶν, δὲν δυνηθῇ νὰ εἴσδυση εἰς ὅλον τὸ βάθος των νοημὰτων ἵνα κατανόησῃ ὅλους τοὺς εἰς αὐτὴν τὴν ἁγίαν Γραφὴν ἐμπεριεχὸμενους θησαυρούς, εἶναι ἀρκετὸν εἰς αὐτὸν αὕτη ἡ μελέτη κατὰ τὸν πρὸς αὐτὴν πόθον του, ἵνα δέσμευσῃ ἰσχυρῶς ὅλους τοὺς λογισμοὺς αὐτοῦ εἰς ἕνα μόνον λογισμὸν τοῦ θαύματος, ὅπως μὴ τρέχωσι πάλιν εἰς τὰς θελήσεις τῆς σαρκός, καθὼς εἰπὲ τὶς τῶν θεοφόρων Πατέρων.
Ἡ ἐγρήγορση καὶ ἡ ἐντατικὴ προσευχὴ εἶναι ἐπίσης σημαντικὰ ὅπλα στὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ ἀθλητοῦ. Ὁ Μ. Βασίλειος, ἀπευθυνόμενος στοὺς μοναχούς, λέγει στὶς Ἀσκητικὲς διατάξεις:
Ὅταν δὲ ὁ διάβολος ἐπιχειρῇ νὰ μᾶς προσβάλη καὶ σπεύδη νὰ ἐξαπόλυσῃ μὲ πολλὴ σφοδρότητα ὡς πυρακτωμένα βέλη, τοὺς λογισμοὺς του κατὰ τῆς ἀμέριμνου καὶ ἤρεμου ψυχῆς, καὶ νὰ τὴν καύσῃ αἰφνιδίως καὶ νὰ ὑπενθυμίζῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ ἐπιμόνως ἐκεῖνα ποὺ ὑπέβαλε μίαν φοράν, τότε πρέπει τὰς ἐπίβουλος αὐτὰς νὰ τὰς ἀντιμετωπίσωμεν μὲ ἐγρήγορσιν καὶ ἐντατικὴν προσευχή, ὅπως ὁ ἀθλητὴς ποὺ ἀποφεύγει τὰς λαβὰς τῶν ἀντιπάλων μὲ τὴν ἀκριβεστάτην προφύλαξιν καὶ τὴν ταχύτητα τοῦ σώματος, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν προσευχὴν καὶ εἰς τὴν ἐπίκλησιν τῆς ἄνωθεν βοηθείας τὸ τέλος τοῦ πολέμου καὶ τὴν ἀποφυγὴν τῶν βελῶν.
Ὁ ἀγῶνας κατὰ τῶν παθῶν εἶναι σκληρὸς· ὅμως ὁ πιστὸς γνωρίζει πὼς ἡ νίκη δὲν εἶναι ἀδύνατη. Αὐτὸ ἀποδεικνύουν οἱ μυριάδες τῶν ἁγίων, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει παραδείγματα κοριτσιῶν, ποὺ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη τὸ εἰκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας καὶ ποὺ ἔζησαν τὴν ζωήν των ὅλην εἷς τὰ ἐσώτατα δωμάτια τῆς οἰκίας καὶ ἀνετράφησαν μὲ πολλὰς περιποιήσεις, ποὺ εἶχαν γεμᾶτα τὰ δωμάτια τῶν μὲ μύρα καὶ ἀλλὰς ἀρωματικὸς οὐσίας, ποὺ ἐκοιμῶντο εἰς μαλακὸν κρεββάτι καὶ ἦσαν οἱ ἴδιαι μαλακαὶ ἐκ φύσεως καὶ μὲ τὴν πολλὴν περιποίησιν ἔγιναν μαλθακώτεραι, ποὺ ὅλην τὴν ἡμέραν δὲν εἶχαν κανένα ἄλλο ἔργον, παρὰ νὰ καλλωπίζονται καὶ νὰ φοροῦν χρυσᾶ κοσμήματα καὶ νὰ χαίρωνται τὰς πολλὰς ἀπολαύσεις, ποὺ οὔτε τὸν ἑαυτόν των δὲν φροντίζουν, ἂλλ’ ἔχουν πολλὰς ὑπηρεσίας ποὺ τὰς παραστέκουν, ποὺ ἔχουν μαλακὰ ἐνδύματα, μαλακώτερα ἀπὸ τὸ σῶμα των, λεπτά καὶ ἁπαλὰ σινδόνια, ἀσχολούμενοι συνεχῶς μὲ τὰ ρόδα καὶ μὲ παρόμοιας εὐωδίας, αὐταὶ λοιπὸν αἱ κόραι, καταληφθεῖσαι αἰφνιδίως ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, ἀφοῦ ἀπέβαλον ὅλην ἐκείνην τὴν βλακείαν καὶ τὴν ἀλαζονείαν, καὶ ἐλησμόνησαν τὰς ἀπολαύσεις καὶ τὴν ἡλικίαν των, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν, ὡσὰν γενναῖοι ἀθληταί, ὅλας ἐκείνας τὰς ἀνέσεις, εἰσῆλθον εἰς τὸν στίβον τῶν ἀγώνων.
Ὁ πιστὸς πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ὁ ἀντίδικος παραμονεύει παντοῦ· γι’ αὐτὸ καὶ γρηγορεῖ. Ὅμως ταυτοχρόνως ἔχει τὴ συναίσθηση πὼς δὲν τὸν πολεμεῖ μόνος, οὔτε στηρίζεται στὶς δικές του δυνάμεις:
Ταπεινώθητε οὗν ὑπὸ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὑμᾶς ὕψωση ἐν καιρῷ· Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἔπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῶ μέλει περὶ ὑμῶν, νήψατε, γρηγορήσατε- ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίη ὦ ἀντίστητε στερεοὶ τὴ πίστει, εἰδότες τὰ αὐτὰ τῶν παθημάτων τὴ ἐν κόσμῳ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐπιτελεῖσθαι. Ὁ δὲ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει (Α’ Πέτρ. ε’ 6-10).
Σχολιάζοντας ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει: Αὐτὸ δὲ τὸ εἶπε ἐπειδή ἤθελε νὰ τοὺς κάνη νὰ εἶναι περισσότερον ἰσχυροὶ καὶ νὰ τοὺς πείση νὰ ἔχουν μεγαλύτερην οἰκειότητα μὲ τὸν Θεόν. Διότι ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὸν ἐχθρὸν νὰ στέκεται μπροστά του, τρέχει μὲ περισσοτέραν προθυμίαν καὶ ἑνώνεται μὲ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸν βοηθήσῃ, καθ’ ὅμοιον τρόπον λοιπὸν καὶ τὰ παιδιά, ὅταν ἰδοῦν κάτι ἀπὸ τὰ φοβερά, τρέχουν εἰς τὴν ἀγκαλιὰν τῆς μητέρας των καὶ ἀφοῦ κρεμασθοῦν ἀπὸ τὰ ροῦχα της κρατοῦνται ἀπὸ αὐτὰ νοιώθοντα ἀσφάλειαν, καὶ μολονότι πολλοὶ τὰ τραβοῦν πολλὲς φορὲς διὰ νὰ τὰ πάρουν, αὐτὰ δὲν ἀποχωρίζονται ἀπὸ αὐτά.
Ἡ πάλη γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν εἶναι ἔργο τοῦ ἄνθρωπου· ὁ πιστὸς ἔχει τὴ συναίσθηση πὼς μαζί του βρίσκεται ὁ Κύριος καὶ ἡ νίκη κερδίζεται μὲ τὴ δικὴ Του ἐπέμβαση· ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νὰ συνεχίσει ἀκλόνητος τὸν ἀγῶνα. Ἀκόμη κι ἂν αἰσθάνεται πὼς ἡ πονηρὴ τοῦ προαίρεση τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ἀγῶνα, ὁ πιστὸς πρέπει νὰ τὸν συνεχίσει. Γι’ αὐτὸ τὸ θέμα ἀναφέρει ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος:
Πρέπει λοιπόν, πρῶτα – πρῶτα κάποιος ποὺ ἀφιερώνεται στὸν Κύριο, ἔτσι νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὸ ἀγαθό, ἀκόμα κι ἂν δὲν θέλει ἡ καρδιά του, κάνοντας τὴν νὰ περιμένει πάντοτε μὲ ἀλόγιστη πίστη τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ν’ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀγάπη, ὅταν δὲν ἔχει ἀγάπη, ν’ ἀγωνίζεται γιὰ ν’ ἀποκτήσει πραότητα ὅταν δὲν ἔχει πραότητα, ν’ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ κάνει τὴν καρδιὰ του εὐσπλαχνικὴ καὶ ἐλεήμονα, ν’ ἀγωνίζεται νὰ εἶναι μακρόθυμος ὅταν περιφρονεῖται καὶ καταφρονεῖται… νὰ πιέζει τὸν ἑαυτό του στὴν προσευχή, ὅταν ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι πνευματική. Καὶ ἔτσι ὁ Θεός, βλέποντάς τον ν’ ἀγωνίζεται μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο… τοῦ δίνει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὴν ἀληθινὴ πραότητα, καρδιὰ εὐσπλαχνική, ἀληθινὴ καλοσύνη καὶ μὲ λίγα λόγια τὸν γεμίζει μὲ τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος.
Λοιπόν το νὰ ἐκριζωθεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸ ποὺ ὑπάρχει μαζί της, αὐτὸ εἶναι δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ μόνο μὲ τὴ θεία δύναμη. Δὲν εἶναι κατορθωτὸ καὶ δυνατὸ στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐκριζώσει τὴν ἁμαρτία μόνο μὲ τὴ δική του δύναμη. Τὸ νὰ παλαίψεις μαζί της, τὸ νὰ μάχεσαι ἐναντίον της, τὸ νὰ δείρεις καὶ νὰ δαρεῖς, εἶναι δικό σου ἔργο, ἡ ἐκρίζωσή της ὅμως εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Διότι ἂν ἐσὺ μποροῦσες νὰ τὸ κὰνεις αὐτό, τότε τί θὰ ἐχρειάζετο ὁ ἐρχομὸς τοῦ Κυρίου; Διότι, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν στὸ μάτι νὰ βλέπει χωρὶς τὸ φῶς, ἢ νὰ μιλάει κανεὶς χωρίς τὴ γλῶσσα, ἢ νὰ ἀκούει χωρὶς τὰ αὐτιὰ ἢ νὰ περπατάει χωρὶς τὰ πόδια, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἢ νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κάποιος χωρὶς τὸ Χριστὸ (Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος).
Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τὸ μεγαλύτερο ὅπλο ἐναντίον τῶν παθῶν ὅπου ἡ χάρη εἶναι παροῦσα, ἐκεῖ δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ πάθος. Ἔτσι στὴν Κλίμακα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου παρουσιάζεται ὁ πονηρὸς νὰ λέει:
Ἐμένα μὲ πολεμεῖ, ἀλλὰ δὲν μὲ νικᾶ ἡ μνήμη τῶν ἁμαρτημάτων. Ὑπερβολικὰ μὲ ἐχθρεύεται ἡ σκέψις τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μὲ καταστρέφει τελειωτικά, δὲν ὑπάρχει στοὺς ἀνθρώπους. Ὅποιος ἀπέκτησε μέσα του τὸν Παράκλητον, Τὸν παρακαλεῖ ἐναντίον μου. Καὶ Ἐκεῖνος καμφθεῖς ἀπὸ τὶς ἱκεσίες δὲν μὲ ἀφήνει νὰ ἐνεργῶ μὲ ἐμπάθεια. Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐγεύθηκαν τὴν χάρι τοῦ Παρακλήτου, ἐπιζητοῦν ὀπωσδήποτε νὰ γλυκαίνωνται ἀπὸ τὴν Ἰδικήν μου ἡδονὴ (Κλῖμαξ). Καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος γράφει: Γνώριζε λοιπόν, ὅτι αὐτό το νὰ ἵστασαι καὶ νὰ μὴ πίπτης εἰς τὰ πάθη, δὲν εἶναι ἰδικόν σου, οὔτε τῆς ἀρετῆς σου χάρισμα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἔργον τῆς θείας προνοίας, ἥτις σὲ βαστάζει εἰς τὰς παλάμας τῆς χειρὸς αὐτῆς, ἵνα μὴ φοβηθῇς. Ταῦτα ἔχε εἰς τὸ νοῦν σοῦ ἐν καιρῷ τῆς χαρᾶς, ὅταν ἐπαρθῇ ὁ λογισμός σου, εἶπεν ὁ πατὴρ ἡμῶν Ἅγιος Μάρκος, καὶ κλαῦσον, καὶ δάκρυσον, καὶ ἐνθυμοῦ τὰ παραπτώματα σου, εἰς τὰ ὁποῖα πίπτεις ἐν καιρῷ τῆς παραχωρήσεως σοῦ ἵνα ἐλευθερωθῇς ἐκ τῆς ἐπάρσεως καὶ ἀπόκτησης ἐκ τῶν τοιούτων λογισμῶν ταπείνωσιν μὴ ἀπελπισθῇς ὅμως, ἀλλὰ διὰ τῶν λογισμῶν τῆς ταπεινώσεως ἐξιλέωσον τὸν Θεόν.
Ἂν ὁ πιστὸς διατηρήσει μὲ τὴ μυστηριακὴ ζωὴ τὴν ἑνότητα του μὲ τὸ Χριστὸ καὶ ἐνηλικιωθεῖ πνευματικὰ (Ἐφεσ. δ’ 13-14), εἶναι ἀπρόσβλητος ἀπὸ τὰ πάθη. Μέχρι τότε ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ χειραγωγὸ˙ ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ συντρίβει τὸν ἐχθρὸ εἶναι ἡ ἄξια προσέλευση στὴ Θεία Κοινωνία. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Χρυσόστομος: Πὼς θὰ ἀπαλλαγοῦμε λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ σαράκι; Ἂν πιοῦμε φάρμακον, ποὺ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ νεκρώνῃ τὰ σκουλήκια καὶ τὰ φίδια ποὺ ἔχομε μέσα μας. Ποῖον εἶναι τὸ φάρμακον ποὺ ἔχει τὴν δύναμιν αὐτήν; Τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἂν τὸ πάρωμε μὲ εἰλικρίνειαν. Αὐτὸ ἔχει ἀσφαλῶς τὴν δύναμιν νὰ ἐξαλείψη κάθε ἀρρώστιαν καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ ἡ προσεκτικὴ ἀκρόασις τῶν θείων Γραφῶν καὶ ἡ φιλανθρωπία ποὺ θὰ συνοδεύση τὴν ἀκρόασιν αὐτήν.
Κλείνοντες τὸ κεφάλαιο γιὰ τὰ πάθη παρατηροῦμε πὼς ἡ αἰτία τους δὲν βρίσκεται στὸ σῶμα, ἀλλὰ στὴν πονηρὴ προαίρεση τοῦ ἄνθρωπου. Τὸ σῶμα δόθηκε στὸν ἄνθρωπο σὰν ὄργανο τῆς ἀρετῆς ἐν Χριστῷ γίνεται ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὰ πάθη μπορεῖ νὰ ἔχουν τὴν ἀφορμή τους στοὺς πονηροὺς λογισμούς του διαβόλου, ὅμως δὲν δημιουργοῦνται χωρὶς τὴ συνεργασία μας. Τοῦτο γὶνεται ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ ἄνθρωπου παύσει νὰ κατευθύνει καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ σῶμα σὰν ὄργανο ἀσκήσεως τῆς ἀρετῆς.
Ὑπάρχουν διάφορα πάθη· εἶναι ἡ φιληδονία, ποὺ στρέφεται ἐναντίον τοῦ σώματος τοῦ ἄνθρωπου καὶ μολύνει τὸ μέλος Χριστοῦ, ἡ γαστριμαργία, ποὺ εἶναι ἡ θύρα ὅλων τῶν παθῶν καὶ ἡ πλεονεξία, ποὺ εἶναι κατάχρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ εἶδος εἰδωλολατρίας. Εἶναι ἀκόμη ἡ φιλοδοξία, ποὺ εἶναι αὐτοεξύψωση καὶ αὐτονόμηση τοῦ πλάσματος ἀπὸ τὸν Πλάστη του (προπατορικὸ ἁμάρτημα) καὶ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει καὶ μέχρι τὴν παραφροσύνη. Εἶναι ἡ κατάκριση, ποὺ ἀποτελεῖ σφετερισμὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, στὸν ὅποιο ἀνήκει ἡ κρίση καὶ εἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὴ μετάνοια, καὶ ἑπομένως κλείει τὸ δρόμο πρὸς τὸ ἔλεος καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἴδιο παρατηροῦμε καὶ γιὰ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, ποὺ στρέφεται κατὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὅποιο κυριολεκτικὰ διαμελίζει. Εἶναι ἡ ὀργή, ποὺ ἐξαφανίζει τὴν ταπείνωση καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴ τὴ σωτηρία.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν περιφρόνηση στοὺς πονηροὺς λογισμούς, ὄχι κατὰ μέτωπο ἀγῶνα. Πρέπει νὰ σταματήσουμε τὸ κακὸ στὸ ξεκίνημα του. Μὲ τοὺς πειρασμοὺς ὁ πιστὸς ποὺ ἀγωνίζεται ἀσκεῖται στὴν ταπείνωση καὶ στὴν αὐτοκυριαρχία· δὲν ἀφήνει τοὺς λογισμοὺς νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ ἐπιθυμία καὶ σὲ πάθος. Ὅταν ὅμως αὐτὸ γίνει, τότε ὁ πὸλεμος εἶναι σκληρός. Γιατί ὁ δρόμος τῆς κακίας φαίνεται τότε στὸν ἄνθρωπο εὐχάριστος, ἐνῷ ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς του φαίνεται δύσκολος.
Δὲν εἶναι κακό το νὰ πολεμάται κανεὶς ἀπὸ τὰ πάθη· ὁ πόλεμος αὐτὸς προφυλάσσει τὸ δόκιμο ἀγωνιστὴ ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὅμως πρέπει τὴ μάχη νὰ τὴν κερδίσει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸ λογισμό. Ὁ Διάβολος παρουσιάζει στὴν ἀρχὴ τὸ πάθος σὰν κάτι μικρὸ καὶ ἀσήμαντο καὶ ὅταν κάποιος παγιδευθεῖ τότε φροντίζει νὰ τὸ μεγεθύνει τόσο πολύ, ὥστε νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἀπόγνωση. Αὐτὸς εἶναι ὁ πιὸ μεγάλος κίνδυνος γιὰ τὸν ἁμαρτωλό.
Ὅταν τὸ πάθος γίνει χρόνια ἀρρώστια, πρέπει κανεὶς νὰ ἐπιδιώκει νὰ κάνει μικρὰ βήματα γιὰ νὰ θεραπευθεῖ. Σ’ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα εἶναι χρὴσιμη ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ὅπως καὶ ἡ μνήμη τῶν παλαιῶν ἀμαρτημάτων. Οἱ πατέρες συνιστοῦν ἀκόμη ὀρθὴ ἀξιολόγηση τῶν πραγμάτων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὄχι ὑπερτίμηση του, γιατί ὅλα εἶναι παροδικὰ καὶ μάταια. Ἂν κάποιος εἶναι ὑποδουλωμένος στὸ πάθος τῆς ἐπιθυμίας, πρὲπει νὰ στρέψει τὴν ἐπιθυμία του στὴν ἀπόλαυση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τότε οἱ ἐπιθυμίες του δὲν θὰ στραφοῦν πρὸς τὸ κακό. Ἂν ζητᾶ τὴν δόξα, τότε νὰ στρέψει τὴν ἐπιθυμία του στὴν δόξα παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ γίνει νεκρὸς ὡς πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ κόσμου.
Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ πόθος γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπομακρύνει τὸν πιστὸ ἀπὸ καθετὶ ποὺ εἶναι ἀσυμβίβαστο μ’ αὐτὸ τὸν πόθο. Ἡ αἴσθηση τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ δημιουργεῖ τὸ συναίσθημα τῆς ντροπῆς κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ στραφεῖ πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ κόσμου. Ὁ πιστὸς ἔχει τὴ συναίσθηση πὼς εἶναι μέλος Χριστοῦ καὶ ἐπιθυμεῖ πάντοτε τὴν ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ μέσῳ τῶν ἀρετῶν σ’ αὐτὸ τὸ φρόνημα δὲν ἔχουν θέση τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη.
Ἡ νίκη κατὰ τῶν παθῶν δὲν εἶναι κάτι ἄπιαστο καὶ ἀκατόρθωτο γιὰ τὸν ἄνθρωπο· τὸ ἀποδεικνύουν οἱ μυριάδες ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ποὺ κατανίκησαν τὰ πάθη. Γι’ αὐτὸ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν ἐγρήγορση καὶ συνεχῆ πνευματικὸ ἀγῶνα. Ὅμως ὁ πιστὸς δὲν ἔχει τὴ συναίσθηση πὼς σ’ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα εἶναι μόνος ἡ στηρίζεται στὶς δικές του δυνάμεις. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἀκατανίκητο ὅπλο γιὰ τὸν καθένα ποὺ ζεῖ συνειδητὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς ἀναφέρει πὼς ἡ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς γίνεται μὲ τὶς ἐντολές, μὲ τὰ δόγματα καὶ μὲ τὴν πίστη. Τὰ τρία αὐτὰ πηγαίνουν μαζὶ καὶ εἶναι χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ὀρθόδοξο ἁγιοπνευματικὴ ζωή.
